Το 1921, ο πιο διάσημος ψυχολόγος της Αμερικής πίστευε ότι είχε βρει το κλειδί της ανθρώπινης μεγαλοφυΐας.
Το όνομά του ήταν Lewis Terman. Και η ιδέα πάνω στην οποία είχε χτίσει ολόκληρη την καριέρα του ήταν απλή:
Αν μπορούσες να μετρήσεις τη νοημοσύνη ενός παιδιού, θα μπορούσες να προβλέψεις το μέλλον του.
Ο Τέρμαν δεν ήταν ένας περιθωριακός θεωρητικός. Ήταν ο άνθρωπος που μετέφερε το γαλλικό τεστ νοημοσύνης του Binet στις Ηνωμένες Πολιτείες και το μετέτρεψε στο περίφημο Stanford–Binet IQ test — το εργαλείο που θα καθόριζε για δεκαετίες τον τρόπο με τον οποίο τα αμερικανικά σχολεία αντιλαμβάνονταν την «ευφυΐα».
Πίστευε ότι η νοημοσύνη ήταν η θεμελιώδης δύναμη πίσω από κάθε μεγάλη ανθρώπινη επίδοση. Οι επιστήμονες. Οι εφευρέτες. Οι συγγραφείς. Οι πολιτικοί. Οι μεγάλοι δημιουργοί. Στο μυαλό του, όλοι βρίσκονταν ψηλά στην ίδια κατανομή γνωστικής ικανότητας.
Και αποφάσισε να το αποδείξει με δεδομένα.
Η ερευνητική του ομάδα εξέτασε περίπου 168.000 παιδιά στην Καλιφόρνια. Δάσκαλοι πρότειναν τους πιο λαμπρούς μαθητές τους. Στα παιδιά αυτά δόθηκε το Stanford–Binet. Όσα ξεπέρασαν το όριο του 135 IQ — περίπου το ανώτερο 1% — μπήκαν στη μελέτη.
Τελικό δείγμα: 1.528 παιδιά.
Ο μέσος όρος ηλικίας τους ήταν 11 ετών.
Στα σημειωματάρια του εργαστηρίου απέκτησαν γρήγορα ένα παρατσούκλι: “Termites”.
Ο Τέρμαν σχεδίαζε να τους παρακολουθήσει για όλη τους τη ζωή.
Και το έκανε.
Η μελέτη συνεχίστηκε για δεκαετίες, ακόμα και μετά τον θάνατό του το 1956. Οι τελευταίοι συμμετέχοντες παρακολουθούνταν μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα. Παραμένει μία από τις μεγαλύτερες longitudinal studies στην ιστορία της ψυχολογίας.
Τα αποτελέσματα, στην αρχή, έμοιαζαν να δικαιώνουν τη θεωρία του.
Οι “Termites” είχαν πολύ καλύτερες επιδόσεις από τον μέσο πληθυσμό σχεδόν σε κάθε συμβατικό δείκτη επιτυχίας:
* περισσότερες πανεπιστημιακές σπουδές,
* υψηλότερα εισοδήματα,
* επαγγέλματα υψηλού κύρους,
* καλύτερη υγεία,
* μεγαλύτερη επαγγελματική σταθερότητα.
Το υψηλό IQ πράγματι προέβλεπε πολλά.
Και η σύγχρονη ψυχολογία συμφωνεί ακόμα με αυτό: η γνωστική ικανότητα σχετίζεται ισχυρά με την ακαδημαϊκή επίδοση, την επαγγελματική αποτελεσματικότητα και αρκετές πλευρές της ζωικής επιτυχίας.
Αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα.
Δεν ήταν αυτό που ο Τέρμαν ήθελε πραγματικά να αποδείξει.
Δεν τον ενδιέφερε απλώς ποιος θα γίνει επιτυχημένος δικηγόρος ή καλός μηχανικός. Ήθελε να εντοπίσει κάτι πιο σπάνιο: τη δημιουργική ιδιοφυΐα. Τον άνθρωπο που αλλάζει ένα πεδίο. Που μετακινεί την ιστορία. Που παράγει έργο το οποίο παραμένει ζωντανό δεκαετίες αργότερα.
Και εκεί η ιστορία άρχισε να γίνεται πιο περίπλοκη.
Κανένας από τους 1.528 συμμετέχοντες δεν κέρδισε Νόμπελ.
Κανείς δεν έγινε μορφή αντίστοιχη με τους μεγάλους επιστημονικούς ή καλλιτεχνικούς αναμορφωτές του 20ού αιώνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι απέτυχαν. Κάθε άλλο. Πολλοί είχαν εξαιρετικές καριέρες. Αλλά η μελέτη δεν παρήγαγε την «προβλεπτική μηχανή μεγαλοφυΐας» που ο Τέρμαν είχε φανταστεί.
Και τότε εμφανίστηκε η ειρωνεία που έκανε τη μελέτη διάσημη.
Κατά τη διαδικασία επιλογής είχαν εξεταστεί δύο αγόρια που δεν πέρασαν το όριο:
ο William Shockley και ο Luis Alvarez.
Ο Σόκλεϊ αργότερα συν-εφηύρε το τρανζίστορ και κέρδισε το Νόμπελ Φυσικής το 1956. Η εταιρεία που ίδρυσε έγινε ένας από τους σπόρους αυτού που αργότερα θα ονομαζόταν Silicon Valley.
Ο Άλβαρεζ κέρδισε το Νόμπελ Φυσικής το 1968 για το έργο του στη σωματιδιακή φυσική και αργότερα συμμετείχε στη θεωρία της πρόσκρουσης αστεροειδούς που εξήγησε την εξαφάνιση των δεινοσαύρων.
Η ιστορία ακούγεται σαν καταστροφική διάψευση του IQ.
Αλλά επιστημονικά δεν είναι τόσο απλό.
Μια μεταγενέστερη στατιστική ανάλυση έδειξε κάτι σημαντικό: τα Νόμπελ είναι τόσο σπάνια γεγονότα ώστε ακόμη και ένα εξαιρετικό τεστ δύσκολα θα μπορούσε να τα προβλέψει αξιόπιστα μέσα σε τόσο μικρό δείγμα.
Το IQ δεν αποδείχθηκε άχρηστο.
Αποδείχθηκε ανεπαρκές ως μοναδική εξήγηση.
Και αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό μάθημα της μελέτης.
Μέσα στην ίδια την ομάδα των εξαιρετικά υψηλών IQ, οι διαφορές ζωής ήταν τεράστιες. Κάποιοι έγιναν διακεκριμένοι επιστήμονες και ακαδημαϊκοί. Άλλοι έζησαν πολύ πιο συνηθισμένες ζωές.
Το πιο ενδιαφέρον ήταν ότι οι υψηλότερες βαθμολογίες δεν αντιστοιχούσαν απαραίτητα στις μεγαλύτερες επιτυχίες.
Όσο ανέβαινε κανείς πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο νοημοσύνης, άλλοι παράγοντες άρχιζαν να παίζουν εξίσου σημαντικό — ίσως και σημαντικότερο — ρόλο:
επιμονή,
αυτοπειθαρχία,
ψυχική ανθεκτικότητα,
δημιουργικότητα,
οικογενειακή σταθερότητα,
κοινωνικές ευκαιρίες,
ακόμη και τύχη.
Η μεγάλη δημιουργία αποδείχθηκε πολύ πιο χαοτική από όσο ήθελε ο Τέρμαν να πιστεύει.
Η ιστορική ιδιοφυΐα δεν μοιάζει με γραμμική προέκταση του IQ.Μοιάζει περισσότερο με σύγκρουση πολλών σπάνιων πραγμάτων ταυτόχρονα:
ικανότητας, εμμονής, χαρακτήρα, συγκυρίας και χρόνου.
Και ίσως αυτό είναι το πιο διαχρονικό συμπέρασμα της μελέτης.Οι άνθρωποι συχνά συγχέουν αυτό που μπορούν να μετρήσουν με αυτό που πραγματικά έχει σημασία.Αν εξετάζεις παιδιά μόνο για ταχύτητα σκέψης, λεκτική ικανότητα και αναγνώριση μοτίβων, θα βρεις παιδιά που είναι καλά σε αυτά ακριβώς τα πράγματα.
Δεν θα δεις εύκολα ποιος έχει την ικανότητα να αφιερώσει 20 χρόνια σε ένα πρόβλημα χωρίς να εγκαταλείψει.
Δεν θα δεις ποιος διαθέτει την παράξενη μορφή περιέργειας που οδηγεί σε νέες ιδέες.
Δεν θα δεις ποιος αντέχει την αποτυχία αρκετά ώστε να παράγει κάτι πραγματικά πρωτότυπο.
Το IQ μετρά κάτι αληθινό. Απλώς δεν μετρά ολόκληρη την ιστορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου