Σαν σήμερα, το 1964, στις σελίδες των The New York Times, καταγράφεται κάτι που έμοιαζε σχεδόν με μικρή επανάσταση: τα καζίνο στο Λας Βέγκας αναγκάζονται να αλλάξουν τους κανόνες του μπλάκτζακ. Όχι επειδή οι παίκτες έγιναν πιο τυχεροί — αλλά επειδή ένας άνθρωπος απέδειξε ότι η τύχη δεν ήταν πια ο μόνος παράγοντας. Το όνομά του: Edward O. Thorp. Ο Thorp δεν ήταν ένας συνηθισμένος παίκτης. Ήταν μαθηματικός. Και όπως κάθε καλός μαθηματικός, δεν εμπιστευόταν την τύχη — εμπιστευόταν τους αριθμούς. Εκεί που άλλοι έβλεπαν τραπουλόχαρτα να πέφτουν τυχαία στο τραπέζι, εκείνος έβλεπε μοτίβα, πιθανότητες και μικρές ανισορροπίες που μπορούσαν να γίνουν πλεονέκτημα.
Η ιδέα του ήταν απλή, σχεδόν αθώα: να θυμάται τι φύλλα έχουν ήδη παιχτεί. Αν έχουν εμφανιστεί πολλά μικρά φύλλα, τότε τα μεγάλα απομένουν μέσα στην τράπουλα — και αυτά ευνοούν τον παίκτη. Αντίστροφα, αν έχουν φύγει τα μεγάλα, το παιχνίδι γέρνει προς το καζίνο.
Για να το κάνει πρακτικό, επινόησε ένα σύστημα:
Άρχιζε από το μηδέν και, καθώς τα φύλλα άνοιγαν, πρόσθετε ή αφαιρούσε μικρές τιμές. +1 για τα μικρά, −1 για τα μεγάλα, τίποτα για τα ενδιάμεσα.
Έτσι, το τραπέζι μετατρεπόταν σε έναν ζωντανό πίνακα υπολογισμών. Ένα θετικό σκορ σήμαινε ευκαιρία — περισσότερα πονταρίσματα, περισσότερη επιθετικότητα. Ένα αρνητικό σκορ σήμαινε προσοχή — υπομονή, μικρότερα ρίσκα.
Η αλήθεια είναι ότι δεν προέβλεπε το μέλλον. Απλώς καταλάβαινε καλύτερα το παρόν.
Το 1962, με το βιβλίο του Beat the Dealer, έκανε κάτι ακόμη πιο τολμηρό: αποκάλυψε τα πάντα. Ξαφνικά, η γνώση που ανήκε σε έναν άνθρωπο έγινε εργαλείο για χιλιάδες. Οποιοσδήποτε μπορούσε να καθίσει σε ένα τραπέζι μπλάκτζακ και —αν είχε πειθαρχία— να παίξει με μαθηματικό πλεονέκτημα.
Τα καζίνο αντέδρασαν — και η αντίδρασή τους ήταν άμεση. Για να περιορίσουν ή να εξουδετερώσουν το μέτρημα φύλλων, προχώρησαν σε μια σειρά από στοχευμένες αλλαγές:
Χρήση πολλαπλών τραπουλών (multi-deck παιχνίδια): Αντί για μία τράπουλα, άρχισαν να χρησιμοποιούν 4, 6 ή και 8 μαζί, καθιστώντας πολύ πιο δύσκολη την ακριβή παρακολούθηση των φύλλων.
Συχνότερο ανακάτεμα (shuffling): Οι ντίλερ ανακάτευαν τα φύλλα πολύ πιο συχνά, συχνά πριν εξαντληθεί μεγάλο μέρος της τράπουλας, «σβήνοντας» το πλεονέκτημα του μετρητή.
Εισαγωγή του “cut card”: Ένα πλαστικό διαχωριστικό που τοποθετείται μέσα στην τράπουλα και υποχρεώνει τον ντίλερ να ανακατέψει νωρίτερα από το αναμενόμενο.
Αλλαγές στους κανόνες πληρωμής: Σε ορισμένες περιπτώσεις μειώθηκε η πληρωμή του blackjack (π.χ. από 3:2 σε 6:5), κάνοντας το παιχνίδι λιγότερο ευνοϊκό για τον παίκτη.
Περιορισμοί στο ποντάρισμα: Οι παίκτες που αύξαναν απότομα τα πονταρίσματά τους (ένδειξη μέτρησης) αντιμετωπίζονταν με καχυποψία ή τους επιβάλλονταν όρια.
Παρακολούθηση παικτών: Τα καζίνο άρχισαν να εντοπίζουν και να αποκλείουν (ή να «μπλοκάρουν») παίκτες που υποψιάζονταν ότι μετρούν φύλλα.
Πενήντα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου του Beat the Dealer, το μπλάκτζακ έχει μεταμορφωθεί από ένα σχετικά άγνωστο παιχνίδι της Νεβάδα σε ένα από τα πιο δημοφιλή παιχνίδια καζίνο παγκοσμίως. Σήμερα παίζεται σε περίπου 2.000 καζίνο, εκ των οποίων περίπου 700 σε τουλάχιστον 34 πολιτείες των ΗΠΑ. Έχει επίσης περάσει και στον κινηματογράφο — από τον Dustin Hoffman στο Rain Man μέχρι την ταινία 21 με τον Kevin Spacey.
Ποιος ήταν;
Ο Edward O. Thorp (γενν. 1932) είναι Αμερικανός μαθηματικός, συγγραφέας και επενδυτής. Υπήρξε καθηγητής πανεπιστημίου και πρωτοπόρος στην εφαρμογή της θεωρίας πιθανοτήτων τόσο στα τυχερά παιχνίδια όσο και στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Μετά την επιτυχία του στο μπλάκτζακ, μετέφερε τις ίδιες αρχές στη Wall Street, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη στρατηγικών hedge funds και ποσοτικής επένδυσης. Θεωρείται ένας από τους πρώτους που απέδειξαν ότι με πειθαρχία, μαθηματικά και στρατηγική, μπορεί κανείς να αποκτήσει συστηματικό πλεονέκτημα σε φαινομενικά «τυχαία» συστήματα.