Σαν σήμερα, 18 Οκτωβρίου 1604
Τη νύχτα της 17ης προς τη 18η Οκτωβρίου 1604, ο Γιοχάνες Κέπλερ (Johannes Kepler) παρατηρούσε τον ουρανό, με το ενδιαφέρον του στραμμένο σε μια σπάνια πλανητική συνάντηση του Άρη, του Δία και του Κρόνου, όταν αντίκρισε για πρώτη φορά έναν καινοφανή αστέρα — ένα νέο, φωτεινό σημείο στον ουρανό.
Ο Κέπλερ δεν ήταν ο πρώτος που εντόπισε το ουράνιο φαινόμενο. Ο αστέρας είχε παρατηρηθεί ήδη αρκετές ημέρες νωρίτερα. Ούτε επρόκειτο για κάτι εντελώς πρωτοφανές, καθώς παρόμοια φαινόμενα είχαν καταγραφεί το 1572, το 1596 και το 1600. Ωστόσο, το όνομα του Κέπλερ συνδέθηκε οριστικά με αυτό το γεγονός για τρεις κυρίως λόγους.
Πρώτον, η εντυπωσιακή φωτεινότητά του.
Ο νέος αστέρας αύξησε τόσο πολύ τη λαμπρότητά του, ώστε έγινε ορατός ακόμη και με γυμνό μάτι στο φως της ημέρας. Σήμερα γνωρίζουμε ότι επρόκειτο για έναν υπερκαινοφανή αστέρα (supernova), έναν όρο που καθιερώθηκε μόλις τον 20ό αιώνα.
Από το 1604 μέχρι σήμερα δεν έχει παρατηρηθεί άλλος υπερκαινοφανής αστέρας μέσα στον Γαλαξία μας με γυμνό μάτι. Το φαινόμενο έμεινε γνωστό ως Υπερκαινοφανής του Κέπλερ ή SN 1604.
Δεύτερον, οι συστηματικές αστρονομικές παρατηρήσεις του.
Ο Κέπλερ μέτρησε προσεκτικά τη γωνιακή απόσταση του νέου αστέρα από περίπου έξι γειτονικά άστρα και συνέχισε τις παρατηρήσεις του για έναν ολόκληρο χρόνο.
Διαπίστωσε ότι η θέση του δεν μεταβαλλόταν ούτε κατά ένα λεπτό της μοίρας. Με άλλα λόγια, δεν παρουσίαζε ανιχνεύσιμη παράλλαξη, δηλαδή φαινομενική μετατόπιση της θέσης του σε σχέση με τα υπόλοιπα άστρα.
Αυτό αποτελούσε ισχυρή ένδειξη ότι το φαινόμενο δεν συνέβαινε κοντά στη Γη, αλλά πολύ μακρύτερα, στην περιοχή των απλανών αστέρων.
Η διαπίστωση είχε τεράστια φιλοσοφική και επιστημονική σημασία.
Ο Αριστοτέλης υποστήριζε ότι οι ουρανοί είναι αιώνιοι, αμετάβλητοι και άφθαρτοι. Ήδη, όμως, ο Τύχο Μπράχε (Tycho Brahe) είχε αμφισβητήσει αυτή την αντίληψη το 1572, όταν παρατήρησε έναν άλλον καινοφανή αστέρα και διαπίστωσε ότι επίσης δεν παρουσίαζε μετρήσιμη παράλλαξη.
Οι παρατηρήσεις του Κέπλερ προσέφεραν νέα, σημαντικά στοιχεία που ενίσχυαν το συμπέρασμα του Μπράχε: ο ουρανός δεν ήταν αμετάβλητος, όπως πίστευαν επί αιώνες.
Τρίτον, το βιβλίο που αφιέρωσε στο φαινόμενο.
Ο Κέπλερ κατέγραψε τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά του σε ένα βιβλίο με τίτλο De stella nova in pede Serpentarii («Περί του νέου αστέρα στο πόδι του Οφιούχου»).
Ο Οφιούχος είναι ο αστερισμός που ο Κέπλερ αποκαλούσε στα λατινικά Serpentarius.
Το βιβλίο περιλάμβανε έναν λεπτομερή αστρικό χάρτη του Οφιούχου και των γειτονικών αστερισμών, τον οποίο αναπαράγουμε στην πρώτη εικόνα.
Στον χάρτη σημειώνονται επίσης ορισμένοι πλανήτες, όπως φαίνεται στη λεπτομέρεια της τρίτης εικόνας.
Ανάμεσα στα δύο πόδια του Οφιούχου, τα ελληνικά γράμματα άλφα (α) και ήτα (η) υποδεικνύουν τις θέσεις του Κρόνου και του Δία, όπως είχαν παρατηρηθεί στις 17 Δεκεμβρίου 1603.
Τότε οι δύο πλανήτες βρίσκονταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον στον ουρανό, σχηματίζοντας μια σύνοδο.
Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως Μεγάλη Σύνοδος, είχε ιδιαίτερη σημασία για τους αστρολόγους της εποχής, καθώς ο Δίας και ο Κρόνος εμφανίζονται σε σύνοδο περίπου μία φορά κάθε είκοσι χρόνια.
Αυτή ακριβώς η πλανητική συνάντηση ήταν ένας από τους λόγους που οι αστρονόμοι παρακολουθούσαν τόσο προσεκτικά τη συγκεκριμένη περιοχή του ουρανού, γεγονός που συνέβαλε στην ανακάλυψη του νέου αστέρα.
Έτσι, ένα ουράνιο φαινόμενο που αρχικά προσέλκυσε το ενδιαφέρον λόγω της αστρολογικής του σημασίας κατέληξε να προσφέρει ένα ακόμη ισχυρό επιχείρημα εναντίον της αριστοτελικής αντίληψης περί αμετάβλητων ουρανών.
Πηγή: Linda Hall Library

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου