Σαν σήμερα, το 1809, γεννήθηκε ο Λουί Μπράιγ.
Ο Λουί Μπράιγ (4 Ιανουαρίου 1809 – 6 Ιανουαρίου 1852) υπήρξε μία από τις πιο φωτεινές μορφές στην ιστορία της εκπαίδευσης και της προσβασιμότητας, παρότι ο ίδιος έζησε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στο σκοτάδι. Γεννήθηκε στο χωριό Κουβρέ, κοντά στο Παρίσι, σε μια οικογένεια τεχνιτών· ο πατέρας του ήταν σαγματοποιός, και το εργαστήριό του έμελλε να αλλάξει τη μοίρα του παιδιού.
Σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών, ο μικρός Λουί τραυματίστηκε σοβαρά στο μάτι ενώ έπαιζε με ένα σουβλί (awl) από τα εργαλεία του πατέρα του. Η μόλυνση που ακολούθησε εξαπλώθηκε και στο άλλο μάτι, οδηγώντας τον σύντομα σε πλήρη τύφλωση. Παρά την τραγική αυτή εξέλιξη, ο Λουί έδειξε από νωρίς αξιοσημείωτη ευφυΐα και πείσμα για μάθηση. Οι γονείς και ο τοπικός ιερέας τον στήριξαν, μαθαίνοντάς του να διαβάζει και να γράφει με όσα μέσα υπήρχαν.
Το 1819, σε ηλικία δέκα ετών, κέρδισε υποτροφία και έγινε ένας από τους νεότερους μαθητές του Βασιλικού Ινστιτούτου Τυφλών Νέων στο Παρίσι. Εκεί διαπίστωσε ένα σοβαρό πρόβλημα: τα βιβλία για τυφλούς ήταν ελάχιστα, ογκώδη και γραμμένα με ανάγλυφα γράμματα που διαβάζονταν δύσκολα και αργά. Η ανάγνωση ήταν κοπιαστική, ενώ η γραφή από τους ίδιους τους τυφλούς σχεδόν αδύνατη.
Η καθοριστική στιγμή ήρθε το 1821, όταν το σχολείο επισκέφθηκε ο πρώην αξιωματικός Σαρλ Μπαρμπιέ. Παρουσίασε ένα σύστημα που είχε επινοήσει για τον στρατό, τη λεγόμενη «νυχτερινή γραφή», ώστε οι στρατιώτες να επικοινωνούν σιωπηλά στα χαρακώματα. Το σύστημα βασιζόταν σε δώδεκα ανάγλυφες κουκκίδες. Οι περισσότεροι μαθητές δυσκολεύτηκαν, όμως ο δεκαπεντάχρονος Μπράιγ διέκρινε αμέσως τη δυναμική της ιδέας.
Με εξαιρετική επιμονή —και συχνά δουλεύοντας κρυφά, τα βράδια— απλοποίησε το σύστημα σε έξι κουκκίδες, δημιουργώντας έναν πλήρη και λογικό κώδικα γραφής. Μέχρι το 1824, μόλις δεκαπέντε ετών, είχε ολοκληρώσει τη βασική μορφή της γραφής που σήμερα φέρει το όνομά του. Το 1827 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο σε γραφή Μπράιγ, επιτρέποντας για πρώτη φορά στους τυφλούς όχι μόνο να διαβάζουν, αλλά και να γράφουν μόνοι τους, χρησιμοποιώντας ένα απλό στιλέτο για να σχηματίζουν τις κουκκίδες.
Παρά τη σημασία της εφεύρεσής του, η αναγνώριση δεν ήρθε εύκολα. Το εκπαιδευτικό κατεστημένο της εποχής αντιμετώπισε τη γραφή Μπράιγ με καχυποψία, θεωρώντας την «υπερβολικά περίπλοκη» ή περιττή. Ο ίδιος ο Μπράιγ, που εργαζόταν ως καθηγητής στο Ινστιτούτο, συχνά δεν έβλεπε (μεταφορικά) το έργο του να εφαρμόζεται επισήμως. Ένα σχεδόν ευτράπελο αλλά αποκαλυπτικό περιστατικό είναι ότι, για χρόνια, οι μαθητές χρησιμοποιούσαν τη γραφή Μπράιγ κρυφά, ενώ οι δάσκαλοι επέμεναν στη χρήση των ανάγλυφων γραμμάτων.
Ο Λουί Μπράιγ ήταν επίσης εξαιρετικός μουσικός και έπαιζε όργανο στην εκκλησία. Μάλιστα, ανέπτυξε και σύστημα σημειογραφίας μουσικής σε Μπράιγ, κάτι που αποδεικνύει το εύρος της σκέψης του. Ωστόσο, η υγεία του ήταν εύθραυστη· υπέφερε από φυματίωση, ασθένεια που τελικά τον οδήγησε στον θάνατο το 1852, σε ηλικία μόλις 43 ετών.
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η γραφή Μπράιγ υιοθετήθηκε επίσημα στη Γαλλία δύο χρόνια μετά τον θάνατό του και στη συνέχεια εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Σήμερα αποτελεί παγκόσμιο σύστημα γραφής για άτομα με οπτική αναπηρία, προσαρμοσμένο σε δεκάδες γλώσσες.
Ο Λουί Μπράιγ δεν έζησε για να δει το μέγεθος της κληρονομιάς του. Όμως η ζωή του αποδεικνύει πως μια απώλεια μπορεί να μετατραπεί σε παγκόσμιο δώρο — και πως το φως της ανθρώπινης ευφυΐας δεν χρειάζεται μάτια για να λάμψει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου