Ο John Graunt, ένας Άγγλος έμπορος, στατιστικός και επιδημιολόγος, γεννήθηκε στις 24 Απριλίου 1620. Το να τον αποκαλέσουμε στατιστικολόγο και επιδημιολόγο, αν και σωστό, είναι κάπως παραπλανητικό, καθώς καμία από αυτές τις επιστήμες δεν υπήρχε πριν ο Graunt δημοσιεύσει το εμβληματικό του έργο *Natural and Political Observations Made Upon the Bills of Mortality* το 1662.
Όπως δηλώνει και ο τίτλος, ο Graunt επικεντρώθηκε στα λεγόμενα “Bills of Mortality”, δηλαδή καταγραφές θανάτων για το ευρύτερο Λονδίνο, που είχαν ξεκινήσει το 1604, με σκοπό την παρακολούθηση της καταστροφής που προκαλούσε η πανούκλα. Τη συλλογή των στοιχείων είχε αναλάβει η Εταιρεία Ενοριακών Κληρικών, ενώ οι καταγραφείς, γνωστοί ως “Searchers”, ήταν ηλικιωμένες γυναίκες που επισκέπτονταν κάθε νεκρό και προσπαθούσαν να εξακριβώσουν την αιτία θανάτου.
Κάθε εβδομάδα συγκεντρώνονταν τα στοιχεία από κάθε ενορία και κάθε Πέμπτη συντασσόταν ένα δελτίο θνησιμότητας, το οποίο κατέγραφε τον αριθμό των θανάτων ανά αιτία για εκείνη την εβδομάδα. Μετά το 1625, τα δελτία αυτά τυπώνονταν και μπορούσαν να αποκτηθούν με συνδρομή. Το πιο γνωστό δελτίο είναι εκείνο της εβδομάδας 15–22 Αυγούστου 1665, όταν η βουβωνική πανούκλα θέριζε το Λονδίνο: 54 άνθρωποι πέθαναν από γηρατειά, 23 στη γέννα, αλλά 3.880 από πανούκλα μέσα σε μία μόνο εβδομάδα.
Στο τέλος κάθε έτους, τα εβδομαδιαία δελτία συγκεντρώνονταν σε ένα ετήσιο. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι του 1632, το οποίο ο Graunt συμπεριέλαβε στο βιβλίο του. Δεν ήταν χρονιά πανώλης —μόνο 8 θανάτοι αποδόθηκαν σε αυτή— αλλά άλλες αιτίες όπως η φθίση, οι παιδικοί θάνατοι και οι πυρετοί είχαν σημαντικό αντίκτυπο. Κάποιες καταγραφές προκαλούν ένα πικρό χαμόγελο, όπως θάνατοι από «φόβο», «ξαφνικά» ή «λύπη», όμως στην πραγματικότητα αποτυπώνουν τη σκληρότητα της εποχής. Αξιοσημείωτο είναι ότι εκείνη τη χρονιά καταγράφηκαν μόλις 7 δολοφονίες σε όλο το Λονδίνο.
Τα δελτία θνησιμότητας συντάσσονταν για 60 χρόνια και ήταν διαθέσιμα σε όλους, χωρίς όμως να αξιοποιούνται ουσιαστικά. Ο Graunt ήταν ο πρώτος που αναρωτήθηκε τι μπορούμε να μάθουμε από αυτά τα δεδομένα — και, εξίσου σημαντικό, πόσο αξιόπιστα είναι. Για παράδειγμα, σε περιόδους πανώλης, αν ένα μέλος μιας οικογένειας είχε προσβληθεί, όλο το νοικοκυριό έμπαινε σε καραντίνα. Έτσι, δεν ήταν απίθανο κάποιοι να δωροδοκούν τους καταγραφείς ώστε να δηλωθεί διαφορετική αιτία θανάτου.
Ο Graunt συνέκρινε τα δεδομένα ετών με και χωρίς επιδημία και υπολόγισε έναν «φυσιολογικό» αριθμό θανάτων. Στη συνέχεια εκτίμησε ότι οι επιπλέον θάνατοι οφείλονταν στην πανούκλα. Για παράδειγμα, αν οι συνηθισμένοι θάνατοι το 1624 και το 1626 ήταν περίπου 8.000, ενώ το 1625 καταγράφηκαν 17.000, τότε περίπου 9.000 από αυτούς ήταν πιθανότατα αποτέλεσμα της επιδημίας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Graunt όχι μόνο εισήγαγε τη στατιστική ανάλυση, αλλά και την κριτική αξιολόγηση των δεδομένων.
Επιπλέον, δημιούργησε δικούς του πίνακες και κατάφερε να εκτιμήσει το προσδόκιμο ζωής και τις ηλικίες θανάτου, παρόλο που τα αρχικά αρχεία δεν περιλάμβαναν τέτοιες πληροφορίες. Το επίτευγμά του ήταν πρωτοφανές, ιδιαίτερα για έναν άνθρωπο που δεν ήταν επιστήμονας με τη σύγχρονη έννοια, αλλά έμπορος.
Ο Graunt αφιέρωσε την πρώτη έκδοση του βιβλίου του στον Robert Moray, πρόεδρο της Βασιλικής Εταιρείας του Λονδίνου, και σύντομα έγινε μέλος της. Οι επόμενες εκδόσεις ανέφεραν με έμφαση αυτή την ιδιότητά του, ενώ στις πρώτες δύο εκδόσεις του 1662 αναφερόταν απλώς ως «πολίτης του Λονδίνου».
Fun Fact :Όταν ο Graunt παρουσίασε το έργο του, η Βασιλική Εταιρεία (Royal Society) ήταν ένα κλειστό κλαμπ για αριστοκράτες και λόγιους. Πολλοί σνόμπαραν τον Graunt επειδή ήταν ένας απλός έμπορος υφασμάτων και ειδών κιγκαλερίας (haberdasher).
Ο Βασιλιάς Κάρολος Β' εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το βιβλίο του, που έδωσε προσωπικά εντολή στη Βασιλική Εταιρεία να τον δεχτεί ως μέλος. Μάλιστα, τους είπε το εξής αφοπλιστικό: «Αν βρείτε κι άλλους τέτοιους εμπόρους, να τους δέχεστε χωρίς δεύτερη κουβέντα».
Δεν διαθέτουμε σήμερα αυθεντικές εκδόσεις του έργου του ή αξιόπιστα πορτρέτα του· η εικόνα που κυκλοφορεί αποδίδεται σε μεταγενέστερη, αμφίβολης προέλευσης πηγή. Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε πώς έμοιαζε ο Graunt, όπως και πολλοί άλλοι τεχνίτες και έμποροι της εποχής του.
Παρά ταύτα, η συμβολή του παραμένει ανεκτίμητη: υπήρξε ο πρώτος που είδε στα δεδομένα όχι απλώς αριθμούς, αλλά γνώση — και άνοιξε τον δρόμο για τη σύγχρονη στατιστική και επιδημιολογία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου