Σαν σήμερα, το 1944, πέθανε ο Γουίλιαμ Τζέιμς Σίντις.
Το «Πείραμα» των Γονιών του
Ο Γουίλιαμ Τζέιμς Σίντις γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1898 στη Νέα Υόρκη. Οι γονείς του ήταν Ρωσοεβραίοι μετανάστες με εξαιρετικό ακαδημαϊκό υπόβαθρο: ο πατέρας του, Μπόρις Σίντις, ήταν διακεκριμένος ψυχολόγος, πρωτοπόρος στην ψυχοπαθολογία και φίλος του φιλοσόφου Γουίλιαμ Τζέιμς (προς τιμήν του οποίου ονομάστηκε το παιδί). Η μητέρα του, Σάρα, ήταν γιατρός, από τις ελάχιστες γυναίκες της εποχής με πτυχίο ιατρικής από το Πανεπιστήμιο της Βοστώνης.
Οι γονείς του πίστευαν ότι η ευφυΐα δεν είναι μόνο κληρονομική, αλλά καλλιεργείται εντατικά από τη βρεφική ηλικία. Έτσι, ο Γουίλιαμ έγινε το εν ζωή «πείραμά» τους. Στους 18 μήνες, μπορούσε να διαβάζει τους New York Times.Μέχρι τα 8 του χρόνια, είχε μάθει μόνος του οκτώ γλώσσες (Λατινικά, Ελληνικά, Γαλλικά, Ρωσικά, Γερμανικά, Εβραϊκά, Τουρκικά και Αρμενικά). Στην ίδια ηλικία, εφηύρε τη δική του γλώσσα, την οποία ονόμασε Vendergood.
Το Παιδί-Θαύμα που Κατέκτησε το Χάρβαρντ
Σε ηλικία 9 ετών, ο Γουίλιαμ πέρασε τις εισαγωγικές εξετάσεις του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Το πανεπιστήμιο, ωστόσο, αρνήθηκε να τον δεχτεί αμέσως, θεωρώντας τον συναισθηματικά ανώριμο.
Τελικά, το 1909, σε ηλικία 11 ετών, έγινε δεκτός, καταρρίπτοντας το ρεκόρ του νεότερου φοιτητή στην ιστορία του ιδρύματος. Το 1910, μπροστά σε μια κατάμεστη αίθουσα της Μαθηματικής Λέσχης του Χάρβαρντ, ο 11χρονος Γουίλιαμ έδωσε μια συγκλονιστική διάλεξη για τα μαθηματικά των σωμάτων τεσσάρων διαστάσεων. Ο Τύπος της εποχής τον ανακήρυξε στο απόλυτο θαύμα.
Αποφοίτησε cum laude (με έπαινο) το 1914, σε ηλικία 16 ετών. Στη συνέντευξη Τύπου την ημέρα της αποφοίτησής του, δήλωσε πως ήθελε να ζήσει "την τέλεια ζωή", την οποία ο ίδιος όριζε ως την απόλυτη απομόνωση.
Η Σύγκρουση με τον Πραγματικό Κόσμο
Η μετάβαση στην ενήλικη ζωή ήταν σκληρή. Το 1915, σε ηλικία 17 ετών, ανέλαβε θέση καθηγητή μαθηματικών στο Rice Institute στο Τέξας. Το πείραμα απέτυχε παταγωδώς. Οι φοιτητές, μεγαλύτεροί του σε ηλικία, τον κορόιδευαν και τον παρενοχλούσαν, ενώ ο ίδιος αδυνατούσε να επιβληθεί ή να προσαρμοστεί κοινωνικά. Παραιτήθηκε μετά από οκτώ μήνες.
Επέστρεψε στο Χάρβαρντ για να σπουδάσει νομική, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του στο τελευταίο έτος. Το 1919, η ζωή του πήρε μια δραματική τροπή: συνελήφθη ως διοργανωτής μιας σοσιαλιστικής πορείας για την Πρωτομαγιά στη Βοστώνη, η οποία κατέληξε σε βίαια επεισόδια. Στο δικαστήριο, δήλωσε αντιρρησίας συνείδησης και σοσιαλιστής, προκαλώντας τεράστιο σκάνδαλο.
Για να τον σώσουν από τη φυλακή, οι γονείς του παρενέβησαν, αναλαμβάνοντας την «αναμόρφωσή» του. Τον έκλεισαν στο δικό τους σανατόριο στο Νιου Χάμσαϊρ για ένα χρόνο, απειλώντας τον με εγκλεισμό σε ψυχιατρείο αν δεν άλλαζε συμπεριφορά. Αυτό κατέστρεψε οριστικά τη σχέση του μαζί τους. Μόλις αφέθηκε ελεύθερος, έκοψε κάθε επαφή.
Η Αναζήτηση της Σιωπής
Από τη δεκαετία του 1920 και μετά, ο Σίντις αφιέρωσε τη ζωή του στην αποφυγή της δημοσιότητας.
Εργασία: Ανελάμβανε μονότονες, χαμηλόμισθες δουλειές (ως λογιστής ή υπάλληλος γραφείου). Μόλις οι συνάδελφοί του ανακάλυπταν ποιος ήταν, παραιτούνταν αμέσως και άλλαζε δουλειά.
Συγγραφικό Έργο: Δεν σταμάτησε να γράφει, αλλά το έκανε χρησιμοποιώντας δεκάδες ψευδώνυμα. Το 1925, εξέδωσε (ανώνυμα) το βιβλίο The Animate and the Inanimate, στο οποίο συζητούσε ζητήματα θερμοδυναμικής και προέβλεψε θεωρητικά φαινόμενα που μοιάζουν εκπληκτικά με αυτό που σήμερα ονομάζουμε "Μαύρες Τρύπες".
Χόμπι: Ανέπτυξε μια εμμονή με τη συλλογή εισιτηρίων του τραμ (δημιούργησε μάλιστα και τον όρο "περιδρομοφιλία" για αυτό το χόμπι) και έγραψε βιβλία για την ιστορία των ιθαγενών της Αμερικής.
Η δίκη με το The New Yorker και το άδοξο Τέλος
Το 1937, ένας δημοσιογράφος του περιοδικού The New Yorker εντόπισε τον Σίντις και έγραψε ένα άρθρο με τίτλο "April Fool" (Πρωταπριλιάτικο Αστείο - λόγω των γενεθλίων του). Το άρθρο ήταν ειρωνικό, περιγράφοντάς τον ως μια αποτυχημένη ιδιοφυΐα που ζούσε σε ένα άθλιο δωμάτιο και μάζευε εισιτήρια του τραμ.
Ο Σίντις μήνυσε το περιοδικό για συκοφαντική δυσφήμιση και παραβίαση της ιδιωτικής του ζωής. Η υπόθεση έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο και έθεσε ένα ιστορικό νομικό προηγούμενο: το δικαστήριο έκρινε ότι ο Σίντις ήταν "δημόσιο πρόσωπο" (public figure) και άρα η ιδιωτικότητά του ήταν περιορισμένη, παρότι τελικά κατάφερε να κερδίσει έναν μικρό εξωδικαστικό διακανονισμό για τα αναληθή στοιχεία του άρθρου.
Ο Γουίλιαμ Τζέιμς Σίντις πέθανε στις 17 Ιουλίου 1944 , σε ηλικία μόλις 46 ετών, από εγκεφαλική αιμορραγία — την ίδια ακριβώς αιτία που είχε σκοτώσει και τον πατέρα του. Βρέθηκε νεκρός στο μικρό διαμέρισμά του στη Βοστώνη, φτωχός και ξεχασμένος.
Η ζωή του παραμένει ίσως το πιο ισχυρό επιχείρημα γύρω από το βάρος της εξαιρετικής ευφυΐας. Δεν ήταν μια μηχανή, αλλά ένας άνθρωπος που πιέστηκε πολύ νωρίς να γίνει σύμβολο, ενώ το μόνο που επιθυμούσε πραγματικά, όπως ο ίδιος είχε πει στα 16 του, ήταν "να ζήσει σαν ένας απλός, ανώνυμος άνθρωπος".
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου